Γ. Μπ. Γέητς, "Πλέοντας προς το Βυζάντιο".

Posted on Ιανουαρίου 14, 2012

0



Ένα ποίημα την εβδομάδα.

Ι
Δεν είναι εκείνη χώρα για γέροντες. Οι νέοι
Αγκαλιασμένοι, πουλιά στα δέντρα,
Εκείνες οι γενιές που χάνονται ­ στο τραγούδι τους απάνω,
Κοπάδια σολωμοί, θάλασσες σκουμπριά γεμάτες,
Ψάρι, ψαχνό, ή και πτηνό, όλο το καλοκαίρι επαινούν
Ό,τι αποκτάται, γεννιέται, και πεθαίνει.
Παγιδευμένοι  στην αισθησιακή εκείνη μουσική αδιαφορούν τελείως
Για μνημεία μιας αγέραστης διάνοιας.
ΙΙ
Ασήμαντο πράγμα είν’ ένας γέρος άνθρωπος,
Κουρελιασμένο σακάκι επάνω σε μπαστούνι, εκτός αν
Η ψυχή χειροκροτά και τραγουδά, και τραγουδά πιο δυνατά
Για κάθε κουρέλι μέσα στο θνητό του ένδυμα,
Ούτε ωδείο δεν υπάρχει, αλλά σχολή μελέτης
Μνημείων του δικού της μεγαλείου∙
Κι έτσι ταξίδεψα τις θάλασσες και ήρθα
Στην άγια πόλη του Βυζαντίου.
ΙΙΙ
Ω, σοφοί που στέκεστε μέσα στην άγια του Θεού φωτιά
Σαν στο χρυσό μωσαϊκό ενός τοίχου,
Ελάτε απ’ την άγια τη φωτιά, περάστε γύρω,
Και της ψυχής μου γίνετε οι μουσουργοί.
Αρπάξτε την καρδιά μου∙ την άρρωστη από πόθο
Και δεμένη πάνω σ’ ένα ζώο ετοιμοθάνατο
Τι είναι δε γνωρίζει∙ και πάρτε με
Μες στη νοθεία της αιωνιότητας.
ΙV
Και όταν πια δε θα ‘μαι μες στη φύση ποτέ δε θ’ αφαιρέσω
Το σχήμα μου το υλικό από κανένα πράγμα φυσικό,
Εκτός από ένα τέτοιο σχήμα σαν αυτό που χρυσοχόοι Έλληνες δημιουργούν
Από χρυσάφι δουλεμένο και χρυσό σμάλτο
Για να κρατάει ξύπνιο ένα νυσταλέο Αυτοκράτορα∙
΄Η πάνω σε χρυσό κλωνάρι θρονιασμένος να τραγουδήσω
Σ’ άρχοντες κι αρχόντισσες του Βυζαντίου
Για ό,τι πέρασε, ή περνά, ή ό,τι πρόκειται να ρθει
Advertisements