Ας συμφωνήσουμε κάπου.

Posted on Οκτώβριος 24, 2011

0


Στην πραγματικότητα η μεγάλη πρόκληση για την κοινωνία δεν είναι τα νέα φοροεισπρακτικά μέτρα. Δεν ήταν ούτε το μνημόνιο, ούτε ο μεσοπρόθεσμος νόμος. Δεν είναι ούτε οι επίτροποι που θα εγκατασταθούν στα υπουργεία της χώρας και θα αναλάβουν τη διοίκηση. Λες και πριν  ήμασταν βέβαιοι ότι η διακυβέρνηση ασκείται από τους εκλεγμένους. Ούτε ο εμπαιγμός των ξένων, ούτε των ντόπιων απατεώνων , που προσπαθούν στην πλάτη της να πλουτίσουν. Όλα αυτά δεν είναι χθεσινά, δεν είναι ξαφνικά. Τα γνωρίζαμε. 


Πρόκληση για την κοινωνία είναι αν θα καταφέρει να απαντήσει και να αντιδράσει σε όλα αυτά και όχι αν θα τα αντέξει, χωρίς να διαλυθεί εντελώς. Η υπομονή είναι μια αρετή , που από ένα σημείο και μετά γίνεται δουλικότητα και ανοησία. Πώς αλλιώς να εκλάβει κανείς την απάθεια της κοινωνίας μπροστά σε όσα συμβαίνουν; Όταν η σημαντικότερη αντίδραση, υπό μορφή πάλης, είναι δύο 48 ωρες απεργίες σε διάστημα 4 μηνών δεν μπορεί κανείς να είναι ευχαριστημένος με το σθένος της αντίδρασης του λαού.


Τί συμβαίνει, δηλαδή; Ο κόσμος δεν θίγεται από μέτρα και εμπαιγμούς; Η βία της φτώχειας και της ανασφάλειας δεν τον πιέζει, δεν τον εξωθεί να αντιδράσει;


Στην πλειοψηφία του ο λαός φαίνεται ότι επιθυμεί  μια αλλαγή. Και αυτό είναι θετικό , γιατί πρόκειται για τον πρώτο κοινό τόπο μετά από χρόνια. Τί είδους αλλαγή  και με ποιο τρόπο θα έλθει; Εδώ επικρατεί πάλι το χάος, που παραλύει  κάθε είδους αντίδραση ή την κάνει διστακτική και χλιαρή.


Εν τέλει τι επιθυμούμε;  Ριζική αλλαγή μιας άδικης κοινωνίας, όπου άλλοι ψηφίζουν και άλλοι παίρνουν αποφάσεις, όπου άλλοι δουλεύουν και άλλοι πλουτίζουν και όπου η πρόνοια, η δικαιοσύνη  και η σταθερή εργασία είναι προνόμια και όχι θεμελιώδη διακαιώματα; Ή μήπως είμαστε ευχαριστημένοι με την προηγούμενη κατάσταση μας, της «χρυσής εποχής» των τραπεζών και των δανείων, του χρηματιστηρίου και της » εθνικής υπερηφάνειας» της Ολυμπιάδας;


Και αν επιθυμούμε το πρώτο, με ποιο τρόπο πιστεύουμε ότι θα μας δοθεί; Με παρακάλια και εκκλήσεις προς το τωρινό σύστημα ή με ανατροπή του και άμεση συμμετοχή και αυτοοργάνωση όλων μας, ώστε να πάρουμε τις ζωές μας στα χέρια μας;


Τελικά – πολύ σημαντικό αυτό – τί είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε, να δώσουμε , να προσφέρουμε σε ένα τέτοιο αγώνα; Γιατί ας μην γελιόμαστε, απαιτούνται θυσίες. Την βόλεψη μας; Τον τρόπο που σκεφτόμασταν ως τώρα; Τις προκαταλήψεις μας; Τον κόπο και τον ιδρώτα μας; Κάτι… 


Βερεσέ τίποτα δεν κερδίζεται και αυτός που για χρόνια καπηλεύεται περιουσία άλλου δεν πέφτει αμαχητί, θα λυσσάξει. Εμείς τί θα κάνουμε απέναντι του;

Απόσπασμα από το θεατρικό έργο του Ντάριο Φο, » Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω»:

«Σ’ έναν καπιταλιστή δεν πρέπει ποτέ να λες: «αχ, σας παρακαλώ, θα μπορούσατε λιγάκι να μου κάνετε λίγο χώρο ν’ αναπνεύσω κι εγώ; θα μπορούσατε να είστε λίγο πιο καλός, με λίγη περισσότερη κατανόηση; Ας συμφωνήσουμε…»

Όχι. Ο μόνος τρόπος για να μιλήσεις μαζί τους είναι να τους στριμώξεις στον καμπινέ, να τους χώσεις το κεφάλι μέσα στη λεκάνη και να τραβήξεις το καζανάκι. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να φτιάξουμε έναν καλύτερο κόσμο, ίσως με λιγότερο φανταχτερές βιτρίνες, ίσως με λιγότερες λεωφόρους, αλλά με λιγότερες λιμουζίνες, με λιγότερους απατεώνες. Τους πραγματικούς απατεώνες, αυτούς τους μισάνθρωπους με τις χοντρές κοιλιές. Κι έτσι θα είχαμε δικαιοσύνη.

Έτσι, εμείς που βγάζουμε πάντα το φίδι απ’ την τρύπα για τους άλλους, θα μπορούμε επιτέλους να σκεφτούμε και τον εαυτό μας. Να κτίζουμε σπίτια που να ανήκουν σε μας… να ζούμε μια ζωή που θά ‘ναι ολότελα δική μας. Να ζούμε σαν ολοκληρωμένοι άνθρωποι τέλος πάντων. Να ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου η επιθυμία σου να γελάσεις, ξεσπάει από μέσα σου σα γιορτή, η επιθυμία να παίξεις και να γιορτάσεις… κι επιτέλους να κάνεις μια δουλειά που να σ’ ευχαριστεί… σαν κανονικοί άνθρωποι κι όχι σαν ζώα που ζουν και υπάρχουν χωρίς χαρά και φαντασία.

Ένας κόσμος όπου μπορεί κανείς να δει ξανά ότι υπάρχει ακόμη ένας ουρανός… τα λουλούδια που ανθίζουν… ότι ακόμα υπάρχει άνοιξη… και τα κορίτσια που γελούν και τραγουδούν. Και όταν μια μέρα πεθάνεις, δε θα πεθάνεις σα γέρος, πεταμένος σα στιμένη λεμονόκουπα, αλλά σαν άνθρωπος που έζησε ελεύθερος κι ευχαριστημένος μαζί με τους άλλους ανθρώπους…»

Advertisements