Η ενοχή του δρόμου.

Posted on Ιουλίου 4, 2011

0



Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 πρέπει να ήταν μια από τις μεγάλες Κερκόπορτες της σύγχρονης ιστορίας μας. Αφενός, σε οικονομικό επίπεδο η σπατάλη δεν είχε προηγούμενο. Σε συνέντευξή του σε αμερικανικό μέσο, ο τότε υπουργός της κυβέρνησης, κ. Βουλγαράκης, προς τέρψη των τρομοκρατημένων Αμερικανών , περηφανευόταν πως η Ελλάδα θα δαπανήσει πάνω από 1,5 δις ευρώ μόνο για την ασφάλεια των αγώνων. Αν η ασφάλεια κόστισε τόσο , με μια αίσθηση ανατριχίλας, μπορούμε να φανταστούμε τα κόστη των σταδίων, των εγκαταστάσεων, των έργων υποδομών, του ολυμπιακού χωριού. Σε αυτά προστίθενται , βέβαια , και οι μίζες των μεγαλοεργολάβων, που εκτόξευσαν το κόστος των αγώνων σε δυσθεώρητα ύψη. Η οικονομική υποθήκη είχε μπει.

Το κομμάτι της ασφάλειας, όμως, έκρυβε έναν ακόμη κίνδυνο. Μαζί με το Ζέπελιν που εγκαταστάθηκε εκείνες τις μέρες στην Αθήνα, σε κάθε δρόμο της πρωτεύουσας και άλλων μεγάλων πόλεων τοποθετήθηκαν κάμερες. Ακόμη, η Ε. Υ.Π παρέλαβε εκείνες τις μέρες ένα υπερσύγχρονο σύστημα παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιών (πρόκειται για το γνωστό «κοριό» που υπέκλεψε συνομιλίες ανθρώπων του ποδοσφαίρου στο πρόσφατο σκάνδαλο). Η Δ.Ο.Ε. κατά την διάρκεια των αγώνων εκδίδει εντολή προς την διοργανώτρια χώρα, να απαγορεύει κάθε είδους απεργία, πορεία ή συγκέντρωση. Τέλος, τα διάφορα παραπολιτικά αστεία της περιόδου, που ήθελαν πράκτορες του FBI να παρακολουθούν στενά πολίτες ή να κάνουν λανθασμένες συλλήψεις , ίσως να μην αληθεύουν, αλλά δίνουν το στίγμα της περιόδου.

Κι αν οι Ολυμπιακοί Αγώνες πέρασαν, η κληρονομιά τους , δυστυχώς, έμεινε. Το χρέος, με φιλότιμες προσπάθειες εκτοξεύθηκε επιπλέον,, ενώ οι κάμερες και το σύστημα παρακολούθησης έμειναν.

Πλέον ο διαδηλωτής στην Ελλάδα βίωνε μεγαλύτερη καταστολή στις πορείες και βρισκόταν υπό το άγρυπνο μάτι του συστήματος παρακολούθησης , ενός ελληνικού Μεγάλου Αδερφού. Ταυτόχρονα, μάλιστα, υπήρχε και το ψυχολογικό αντεπιχείρημα της κυβέρνησης υπέρ αυτής της αστυνομοκρατίας και παρακολούθησης: εκείνα ήταν τα τελευταία «χρυσά χρόνια» του μικρομεσαίου αστού, που αφού τον μπούκωσαν «ευμάρεια», του είπαν πως δεν πειράζει η λιγότερη ελευθερία. Δεν πειράζει η εκτεταμένη χρήση χημικών , ούτε η παρακολούθηση του από κάμερες ασφαλείας. Εξάλλου, του έλεγαν τότε, αυτοί που διαμαρτύρονται είναι , τουλάχιστον, γραφικοί και όποιος δεν έχει τίποτα να φοβηθεί δεν χρειάζεται να ανησυχεί για τις κάμερες και τα συστήματα παρακολούθησης.

Όποιος, όμως, απ’ αυτούς, που τα προηγούμενα χρόνια έμενε σπίτι του, κατέβηκε στο δρόμο τους προηγούμενους μήνες κατάλαβε για τα καλά, ακόμη κι αυτός, τί είδους φάκα στήθηκε. Μεθοδικά και ύπουλα. Ένα ακόμα στάδιο, αυτής της ποινικοποίησης ουσιαστικά, της διαδήλωσης και της διαμαρτυρίας είναι ο νόμος περί κουκούλας. Ενώ, ακόμα και οι κατασκευαστές των χημικών της αστυνομίας στις οδηγίες τους ξεκαθαρίζουν, πως η επαφή με το δέρμα ή τα μάτια είναι επικίνδυνη και πως η εισπνοή μπορεί να προκαλέσει γαστρεντερικά προβλήματα (άλλοι φορείς ισχυρίζονται ότι είναι καρκινογόνα), το ελληνικό κράτος ποινικοποιεί την κάλυψη του προσώπου (το οποίο αρχίζει να καίει μετά την επαφή με τα χημικά) αλλά και τη χρήση αντιασφυξιογόνας μάσκας ως «παθητική αντίσταση κατά της αρχής»!

Τελευταίο βήμα ο νόμος Καστανίδη. Με πρόφαση τους ακροδεξιούς φανατικούς, πέρασε ένα νόμο 100% αντιδημοκρατικό, όπου κάποιος θα μπορεί να συλλαμβάνεται αν με αυτά που λέει ή γράφει παρακινεί σε βίαιες πράξεις. Μια κατηγορία, δηλαδή, που μπορεί να γίνει λάστιχο, καθώς βίαιη πράξη μπορεί να χαρακτηριστεί οτιδήποτε δεν συναινεί με την ισχύουσα πολιτική.

Συνοψίζοντας, λοιπόν, αυτός που θέλει να βγει στο δρόμο, για να διαδηλώσει καλό είναι να μην προτρέψει άλλους να τον ακολουθήσουν, γιατί μπορεί να κριθεί ως προτροπή σε βία. Επίσης, αν και ξέρει πως η αστυνομία θα τον ψεκάσει με υπερβολικές ποσότητες ασφυξιογόνων (2.860 χημικά μόνο στις 29/6) δεν πρέπει να καλύψει το πρόσωπο του, για΄τι μπορεί να συλληφθεί για αντίσταση. Τέλος, αν και ξέρει πως οι κάμερες στους δρόμους (και στο ρουφ γκάρντεν της Μεγάλης Βρετανιας… ) θα καταγράφουν ποιος είναι δεν μπορεί να καλύψει το πρόσωπο του.

Είναι φανερό, ότι το κλίμα τρομοκρατίας και προπαγάνδας προσπαθεί να πείσει τον κόσμο πως πρέπει να μένει σπίτι του. Πως το να διαδηλώσεις είναι κακό: σε ψεκάζουν , σε δέρνουν, σε παρακολουθούν. Ο διαδηλωτής που νιώθει ενοχή είναι λιγότερο αποφασισμένος, λιγότερο σίγουρος. Οι καιροί , όμως, τους πρόλαβαν και η αγανάκτηση εξ ορισμού αποτινάσσει την ενοχή. Να ελπίζουν μονάχα , με την τακτική τους (όπως στις 29/6 ), να μην μετουσιώσουν την αγανάκτηση σε τυφλή οργή .

Υ.Γ. Σε όλα αυτά τα νομότυπα μέτρα του Κράτους , που έχουν σκοπό να ενοχοποιήσουν τους αγώνες που δίνονται στο δρόμο μπορούν να προστεθούν και άλλα, παράτυπα: παρακρατικοί προβοκάτορες, αστυνομικοί με κουκούλες, αστυνομικοί ως διαδηλωτές… κ.λπ

Advertisements